Έπιασε βροχή…
Έπιασε βροχή, γύρω στο απόγευμα. Καιρό παρακαλάει ο κόσμος για βροχή. Όλοι την θέλουν σαν τρελλοί για να ανθίσουν οι λεμονιές που έχουν στην αυλή, να ποτιστούν τα χωράφια, να γεμίσουν τα φράγματα, να πλυθούν οι δρόμοι, να μεγαλώσουν τα δέντρα, να τρέξει νερό στα ρυάκια. Οι πρώτες στάλες άρχισαν να πέφτουν δειλά με τον χαρακτηριστικό θόρυβο όταν σκάνε στο έδαφος, κάνοντας τον κόσμο να στρέφει το βλέμμα προς τον ουρανό για να δει τι συμβαίνει. Βρέχει! Σιγά σιγά η βροχή δυναμώνει και σε δευτερόλεπτα τα πάντα έχουν βραχεί. Από τις στέγες τρέχει νερό σε μικρούς γραμμικούς καταρράχτες. Οι ταράτσες ξεχυλίζουν και οι υδρορόες ξερνάνε νερό ασταμάτητα. Τα αυτοκίνητα πλένονται. Οι δρόμοι πλυμμηρίζουν. Οι περιπτεράδες τρέχουν να ανοιξουν τις τέντες για να μην βραχούν οι εφημερίδες. Μια νοικοκυρά βγαίνει σε κατάσταση αλαλάζουσα να μαζέψει την μπουγάδα που είχε απλώσει στο μπαλκόνι: «Θα τα βάλω δίπλα στο καλοριφέρ να στεγνώσουν». Σε ένα εστιατόριο οι σερβιτόροι πανικοβλημένοι μαζεύουν τα τραπέζια από την αυλή και οι πελάτες τρέχουν στο εσωτερικό με τα πιάτα ανα χείρας. Σε λίγα λεπτά όλοι μπαίνουν μέσα για να προστατευτούν. Μόνο στους δρόμους γίνεται χαμός γιατί στον τόπο μας η βροχή είναι πολυτέλεια και οι οδηγοί περνούν σε κάθε μπόρα εξετάσεις. Κι αποτυγχάνουν κάθε φορά! Ήρθε η ώρα να σχολάσω. Τρέχω κι εγώ με τον χαρτοφύλακα στο κεφάλι από την πόρτα του γραφείου μέχρι την πόρτα του αυτοκινήτου. Μπαίνω μέσα και κλείνω την πόρτα βιαστικά. Κάποιες σταγόνες κατάφεραν να μπουν μέσα. Εγώ μούσκεμα. Τι να σου κάνει ο χαρτοφύλακας! Ένα σκυλί στην άκρη του δρόμου κάτω από ένα υπόστεγο παρακολουθεί την βροχή που στάζει και τον κόσμο που τρέχει να «σωθεί»: «Σιγά, πως κάνουν έτσι, νερό είναι!» Δε βλέπω τίποτα. Βάζω τους υαλοκαθαριστήρες στο φουλ: «Θα αντέξουν τόσο γρήγορα που πάνε πέρα δώθε ή θα εκτοξευθούν στον αέρα;». Πέφτω σε μία λακούβα που γέμισε νερό και αυτό σκορίζει στον αέρα σαν από κρατήρα που μόλις έκανε έκρηξη. Πέφτουν πάνω σε ένα πεζό που τρέχει να φτάσει σπίτι του. Με βρίζει. Ντρέπομαι: « Συγνώμη! Καλά πως κάνει έτσι, δεν είναι ότι εγώ τον έβρεξα, μούσκεμα ήταν κι από πριν!». Φτάνω σπίτι. Τρέχω και πάλι απο την πόρτα του αυτοκινήτου στην πόρτα της πολυκατοικίας. Ανεβαίνω τα σκαλιά: «Κλείδωσα το αυτοκίνητο; Φτού!» Κατεβαίνω να κοιτάξω. Ξαναβρέχομαι: «Το είχες κλειδώσει ζώον!» Ξανανεβαίνω! Ανοίγω την πόρτα. Σκουπίζω τα πόδια στο πατάκι. Τινάζομαι καλά και βγάζω τα παπούτσια: «Χθες σφουγγάρισα, μη λερώσω!» Αλλάζω ρούχα, ανάβω καλοριφέρ. Φτιάχνω ένα ζεστό καφέ. Κουβερτούλα, καφές, καναπές, τηλεόραση: μια εξαιρετική παρέα για τις βροχερές μέρες! Κάνω ζάπινγκ. Δεν έχει και τίποτα σπουδαίο. «Αξίζει να το δεις» με την Τατιάνα Στεφανίδου. Έλα όμως που δεν αξίζει να το δεις! Κάτι δεν πάει καλά… Κάτι στάζει: « Κουβερτούλα σε αφήνω, το νερό μπήκε μέσα! Από το καλοκαίρι λέω να διορθώσω τον φεγγίτη που δεν κλείνει καλά! Να τα τώρα! Μ..λ..κα!» Πέρνω μια κατσαρόλα και την βάζω στο σημείο που στάζει: «Ελπίζω να μην αρχισει να στάζει από παντού γιατί έχω μόνο δύο κατσαρόλες. Μετά πάμε σε πυρέξ. Άρα δεν έχει μαγείρεμα σήμερα!» Ένας κεραυνός πέφτει και τρομάζω! Τα φώτα σβήνουν: «Τέλεια! Που έχω αναπτήρα; Δε καπνίζω κι όλας!» Ανάβω 2-3 κεριά. Κάθομαι στο παράθυρο και κοιτάω τη βροχή που τρέχει παντού. Οι δρόμοι έγιναν ποτάμια. Οι αυλές έγιναν λίμνες. Μια μπουγάδα ανεμίζει σε ένα μπαλκόνι: «Αυτή η νοικοκυρά τα ξέχασε!» Βαρέθηκα: « Πάω για ύπνο. Η βροχή θα με νανουρίσει. Ευκαιρία να κοιμηθώ νωρίς να χορτάσω ύπνο». Χώνομαι στα σκεπάσματα χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό το βράδυ στα όνειρά μου δεν βρέχει, ενώ στα άλλα έβρεχε. Δε ξέρουμε τι θέλουμε τελικά. Βρέχει, ονειρευόμαστε ήλιο, έχει λιακάδα, παρακαλάμε για βροχή. Συνέχεια γκρινιάζουμε. Ο ήλιος βλάπτει. Η βροχή μας φοβίζει. Για χιόνια δεν το συζητάμε. Στην Κύπρο ζούμε! Το φως του ήλιου με ξύπνησε: «Ξημέρωσε κι όλας; Ήλιος; Βγήκε ο ήλιος! Σταμάτησε να βρέχει!» Βγαίνω στην βεράντα: «Έφραξε το λούκι. Πλυμμήρισε η βεράντα!» Αυτά παθαίνεις όταν έχεις να σκουπίσεις την βεράντα δύο βδομάδες! Πιάνω τη σκούπα κι αρχίζω να σπρώχνω τα νερά στο δρόμο. Η νοικοκυρά απέναντι βγήκε στο μπαλκόνι και μαζεύει τα βρεγμένα ρούχα: «Ου στραβάρα μου, εξήασα τα!» Ο γείτονας μου σκουπίζει το αυτοκίνητό του. Ήρθε και το φορτηγό του δήμου να μαζέψει κάτι κλαδιά που έπεσαν από ένα δέντρο. Ο σκύλος τινάζεται ευτυχισμένος. Στο διπλανό χωράφι δεκάδες περιστέρια τσιμπολογούν το χώμα: «Τι να τρώνε άραγε; Μπορεί η βροχή να έφερε σποράκια από τα γύρω δέντρα». Ο περιπτεράς βγάζει τις εφημερίδες έξω και η γυναίκα του σκουπίζει το νερό από το πεζοδρόμιο: «Μη γλιστρήσει κανένας χριστιανός και σπάσει κανένα πόδι». Στον ουρανό ένα σμίνος πουλιών πετάει σε υπέροχους σχηματισμούς. Σαν να ακολουθούν τον ρυθμό μιας μελωδίας που μόνο αυτά ακούνε. Στην άκρη του οδοστρώματος ήδη άρχισαν να ξεπροβάλλουν τα πρώτα χορταράκια: «Τόσα χωράφια εδώ γύρω από εκεί ξετρύπωσαν τα άτιμα!». Τα γεράνια στη γλάστρα μου άνοιξαν δειλά με το πρώτο φως του ήλιου. Προσπαθούν κι αυτά με κρυφές ματιές να δουν αν η βροχή έχει σταματήσει. Σαν τον κύριο απέναντι που μόλις ξεπρόβαλε το κεφάλι από την κουρτίνα του παραθύρου. Σε λίγες μέρες θα ξεπεταχτούν και οι κατάξανθες μαργαρίτες στο χωράφι απέναντι. Οι ακτίνες του ήλιου ξεπροβάλλουν σαν κατάλευκα σπαθιά μέσα από μερικά σκόρπια σύννεφα που έχουν απομείνει στον καταγάλανο ουρανό. Μια δέσμη φωτός τρυπά ένα γκρίζο σύννεφο και προσγειώνεται στη θάλασσα σχηματίζοντας μια χρυσή κοιλίδα. Λένε ότι αυτό είναι μια ομάδα αγγέλων που κατεβαίνουν στη γη. Αυτοί μπορεί να έφεραν το ουράνιο τόξο που εμφανίστηκε ακριβώς δίπλα. Ένα σπουργιτάκι πίνει νερό από μια μικροσκοπική λιμνούλα που σχηματίστηκε στο δρόμο. Κοιτάω το ρολόι: «Πάλι θα αργήσω στη δουλειά! Μυρίζομαι απόλυση!» Μπαίνω μέσα και κλείνω πίσω μου την μπαλκονόπορτα. Αδειάζω και το νερό από τις κατσαρόλες: «Το πυρέξ δεν χρειάστηκε τελικά». Σκουπίζω και κάτι νερά που έχασαν τον στόχο τους και έπεσαν στο πάτωμα: «Αυτό ήτανε!» Τελικά δεν ήταν και τόσο φοβερό. Μια μπόρα ήτανε και πέρασε. Γιατί τρέχουμε να σωθούμε από αυτές; Έχω την εντύπωση ότι είναι πιο όμορφα μετά τη βροχή, πιο καθαρά, πιο λαμπερά! Οι μπόρες είναι γκρίζες, μουντές, υγρές και, αρκετές φορές, τρομακτικές. Αλλά έρχονται για να ξεπλύνουν, να καθαρίσουν, να δροσίσουν, να δώσουν ζωή. Φτάνει κάθε φορά να είμαστε έτοιμοι να τις δεχτούμε. Μόνο έτσι θα απολαύσουμε τους καρπούς που θα μας δώσουν: «Αύριο θα φωνάξω τον μάστορα να φτιάξει τον φεγγίτη».

