Ελένη η πόρνη, ένας κόλοκος στην κόλαση!

•Μαρτίου 31, 2011 • Σχολιάστε

Και εγένετω φως! Επιτέλους, μετά από 2 επεισόδια «Ελένη η πόρνη», κατά τη διάρκεια των οποίων η αγαπημένη μας Ελενούα αποκάλυπτε συνέχεια το πόσο μοιάζει με την χαμένη εγγονή που όλη η οικογένεια ψάχνει με αγωνία εδώ και χρόνια, η λατρεμένη μας, αλλά ομολογουμένως χαμηλού δείκτη νοημοσύνης, γιαγιούδα της Ελενούας, και σχεδόν ολόκληρου του χωρκού, κατάλαβε ότι η κοπελιά με τα μαύρα γυαλιά και τη μαύρη περούκα είναι, ε ναι κυρίες και κύριοι, είναι η εγγονή της! Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: η Ελενούα καταφθάνει στο χωρκόν της μετά από πάρα πολλα χρόνια, παραπατώντας από την συγκίνηση και έτοιμη να σωριαστεί σε κάθε της βήμα και κατά τη διάρκεια της τυχαίας, και καλά, συνάντησής της με την γιαγιούδα της, προβαίνει σε αποκαλύψεις, ενώ η αρχική της πρόθεση ήταν να μην αποκαλυφθεί, εξού και τα γυαλιά ηλίου μέσα στη νύχτα και η μαύρη περούκα! Δηλαδή, θέλει η πουτάνα να κρυφτεί κι η χαρά δεν την αφήνει! Εμφανίζεται, λοιπόν, που λέτε, μεταμφιεσμένη σαν μια ξένη που ήρθε μόνη της σε ενα τυχαίο χωριό μεγάλο Σάββατο να κάνει Ανάσταση! Η γιαγιούδα, φυσικά, δε χάνει καιρό: ως φιλεύσπλαχνη, καλοκάγαθη και συμπονετική καλεί την μυστηριώδη κοπέλλα σπίτι της να φάνε σουπούδα! Δεν μπορώ να πω, το έχουν το φιλευσπλαχνο οι γριές σε αυτό το σήριαλ: όλες έχουν μια γωνιά και ένα πιάτο φαί για κάθε χαμένη πουτάνα που περιπλανιέται μόνη στους έρημους δρόμους του χωριού! Κατά τη διάρκεια της συνομιλιάς τους γιαγιά και εγγονή μας μεταφέρουν σε μια άλλη διάσταση: στη ζώνη του λυκόφωτος! Η Ελένη αποκαλύπτει:

  1. Τη λένε Ελένη και
  2. Είναι 27 ετών (η γριά διαπιστώνει ότι έχει την ίδια ηλικία με την χαμένη της εγγονή)

Εγώ  αν ήμουν η γιαγιά, που, ξαναλέω ψάχνει την εγγονή της τόσα χρόνια και κάθε μέρα που ξυπνάει σε κάθε της σκέψη βρίσκεται η εγγονή της, θα είχα πάθει ένα σοκ και θα είχα διερωτηθεί: μωρέ λες να είναι αυτή;Παρ’ όλα αυτά η γιαγιά δεν διερωτάτε καν ποια είναι!  Αργότερα η Ελένη κάνει στην γιαγιά την αφοπλιστική ερώτηση αφήνοντας το 45% της συνολικής τηλεθέασης με ανοιχτό το στόμα, ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έπιασαν και την καρδιά τους: «Γιαγιά, μα εν εκατάλαβες ποια είμαι;» Εκεί λες αυτό είναι, θα της μείνει η γριά στα χέρια! Γιατί όταν μία κοπελιά στην ηλικία της εγγονής σου με το ίδιο όνομα σε λέει γιαγιά και σε ρωτάει αν την κατάλαβες, πάει να πει ότι ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΓΓΟΝΗ ΣΟΥ! Και ναι η γιαγιά κατάλαβε! Αλλά όχι αυτό που νομίζετε: κατάλαβε ότι είναι η Ελένη μεν αλλά η Ελένη που τους στέλνει λεφτά και όχι η εγγονή της!  Και δε φτάνει μόνο αυτό αλλά φεύγοντας βγάζει και τα μαύρα γυαλιά και δείχνει στην ηλίθια γιαγιά της τα μάτια της! Και η γιαγιά διαπιστώνει ότι τα μάτια της είναι ίδια με της εγγονής της! Αλλά όχι κυρίες και κύριοι! Ακόμα δεν καταλαβαίνει ότι η πουτάνα που έχει μπροστά της είναι η εγγονή της . Και ερωτώ: μια κοπέλλα στην ηλικία της εγγονής σου, με το όνομα της εγγονής σου, με τα μάτια της εγγονής σου είναι η:

Α. Ελένη Μενεγάκη

Β.Ελένη Ανουσάκη

Γ. Ελένη Φουρέιρα

Δ. Ελένη, η δασκάλα στο «Νησί»

Ε. Ελένη, η ηθοποιός στην «Άκρη του Παράδεισου»

Στ. Η Ωραία Ελένη τη Τροίας ή

Ζ. Η εγγονή σου;

 Και ξέρεται πότε το αντιλαμβάνεται; Όταν ο εγγονός της της αποκαλύπτει ότι ήρθε η κοπέλλα που τους βοηθάει (άλλο πυροβολημένο κι αυτό) να τον δει στο νοσοκομείο μετά από εγχείρηση στην οποία αυτός υποβλήθηκε και αυτή έκλαιγε! Εκεί η γριά ακούει ένα καμπανάκι! Τώρα καμπανάκι είναι, οι τηλεθεατές που φωνάζουν από αγανάκτιση είναι, θα σας γελάσω! Και η γριά μπαίνει σε συλλογισμό! Σκέφτεται: τη λενε Ελένη, είναι 27, έχει τα ίδια μάτια με την εγγονή μου, μου στέλνει λεφτά και τώρα κλαίει πάνω από το κρεββάτι του εγχειρισμένου μου εγγονού! Ρε γαμώτο, είναι η Ελένη η πόρνη που βλέπω στην τηλεόραση κάθε Τρίτη και Πέμπτη βράδυ! Ήντα καλα!

Advertisements

Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν!

•Φεβρουαρίου 24, 2011 • Σχολιάστε

Όχι, δε θα μιλήσω για το «Γεφύρι της Άρτας», αλλά για ένα άλλο γεφύρι που λέγετε «Δημόσια έργα στην Κύπρο», όπου ολημερίς χτίζονται και τα βράδια γκρεμίζονται! Δεν ξέρω αν μας ακολουθεί η κατάρα του πρωτομάστορα που για να στεριώσει επιτέλους το γεφύρι πρέπει να χτίσουμε μέσα τη γυναίκα του! Το θέμα είναι ότι στην δική μας περίπτωση τον πρωτομάστορα και τους εργάτες του πληρώνουμε εμείς με τους φόρους και τις άδειες κυκλοφορίας των αυτοκινήτων μας! Και η πολιτεία πέρνει αυτά τα λεφτά, που κάποιοι άνθρωποι καταβάλλουν με μόχθο, και τα σκορπούν ελαφρά τη καρδία σε έργα τα οποία δεν τελειώνουν ποτέ! Άρα πληρώνουμε την ίδια μας την ταλαιπωρία! Γιατί όταν δεν μπορεί το τάδε υπουργείο με το δείνα δημαρχείο, ή τελωσπάντων οι φορείς που υπ’ ευθύνη τους πραγματοποιείται ένα δημόσιο έργο, δεν καταφέρνουν να έρθουν σε μία συνεννόηση για την σωστή οργάνωση των εργασιών, τότε συμβαίνει αυτό που έχουμε ζήσει και θα ζήσουμε όλοι μας ουκ ολίγες φορές! Να έρχετε ένας εκσκαφέας τη μία μέρα, να σκάβει πέντε λάκκους και να φεύγει. Να έρχετε την επόμενη μέρα μια μπουλτόζα και με το χώμα να κλείνει τις τρύπες της προηγούμενης μέρας και ένας άλλος εκσκαφέας να ανοίγει άλλες. Την επομένη να έρχετε ένα συνεργείο και να περνάει σωλήνες στις τρύπες αυτές και στη συνέχεια μια μπουλτόζα να τις κλέινει και να στρώνουν οδόστρωμα. Κι εκεί που λες «επιτέλους τελείωσαν» μετά από δύο μέρες σε ξυπνάει ο εκκωφαντικός θόρυβος από το γεωτρύπανο που σκίζει το φρέσκο οδόστρωμα για να έρθει ένας άλλος εκσκαφέας να σκάψει για να έρθει ένα άλλο συνεργείο να βγάλει του προχθεσινούς σωλήνες για να βάλει άλλους! Και μην μου πείτε ότι υπερβάλλω! Το έχετε δει με τα μάτια σας! Για παράδειγμα οι γειτονιές του Παραλιμνίου είναι σκαμμένες σχεδόν τρεις εβδομάδες και κατά καιρούς έρχονται 2-3 εργάτες και «παίζουν» μέχρι να έρθει η ώρα να σχολάσουν, ενώ η περίφημη Λεωφόρος 1ης Απριλίου είναι σκαμμένη περίπου έξι μήνες! Και το τραγικό είναι ότι κανένας από τους αρμόδιους, πόσο μάλλον οι εργάτες και αυτοί που τους επιβλέπουν, δεν νοιάζονται ούτε στο ελάχιστο για τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες θα μπορέσουν να έχουν πρόσβαση είτε στα σπίτια τους, είτε στα καταστήματά τους, είτε ακόμα και στο δρόμο που βρίσκεται το σπίτι τους! Και τι εννοώ; Επί δύο μέρες όλο ο δρόμος μπροστά από την πολυκατοικία που μένω ήταν σκαμμένος σε όλο το μήκος του με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πρόσβαση των κατοίκων στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας και αυτό χωρίς προειδοποίηση! Δηλαδή, αν είχες προλάβει να βγεις απο το χώρο στάθμευσης είχε καλώς, μπορούσες να το βάλεις στον παράλληλο δρόμο και να περπατήσεις. Αν δεν είχες προλάβει να βγεις πριν αρχίσει το σκάψιμο τότε την έβαψες! Και το ακόμα πιο τραγικό ξέρετε ποιο είναι; Ότι αυτούς τους ανθρώπους που είναι υπεύθυνοι για όλα αυτά τα τραγελαφικά γεγονότα τους έχουμε βάλει εμείς στη θέση που βρίσκονται με την ψήφο μας που κάθε φορά ρίχνουμε στην κάλπη σαν να είναι σκουπιδάκι! Με λίγα λόγια κάθε φορά που ψηφίζουμε παίρνουμε τα χεράκια μας και βγάζουμε τα ματάκια μας. Και γιατί το κάνουμε αυτό κάθε φορά; Γιατί τον μέσο κύπριο πολίτη δεν τον ενδιαφέρει αν ο πρόεδρος, ο δήμαρχος, ο βουλευτής ή ο οποιοσδήποτε αργόσχολος είναι άξιος να βρίσκεται στη θέση που απλόχερα του χαρίζουμε αλλά το αν είναι του κόμματος! Και αν διαλέγαμε το κόμμα για την αξία των πρεσβευτών του ή τις θέσεις του απέναντι στα διάφορα ζητήματα θα το δεχόμουν. Αλλά το γεγονός ότι διαλέγουμε το κόμμα που τυφλά, και καλύτερα να πω σαν πρόβατα, υποστηρίζουμε επειδή αυτό υποστήριζαν οι γονείς μας ή επειδή η ομάδα που υποστηρίζουμε στο ποδόσφαιρο είναι το Αποέλ ή η Ομόνοια τότε κακό του κεφαλιού μας! Και αν το μέγιστο πρόβλημά μας ήταν το σκαμμένα οδοστρώματα θα ήταν υπερβολικά τα παραπάνω λόγια και άνευ σημμασίας. Το γεγονός, όμως, ότι με την ίδια αναισθησία και ανευθυνότητα χειρίζονται και τα σοβαρότερα προβλήματα του τόπου μας όπως είναι η ανεργία και η οικονομική κατρακύλα, όπως, και το μέγιστο όλων, το κυπριακό ζήτημα και τα τουρκικά στρατεύματα που επί 36 χρόνια κρατούν το 37% της πατρίδας μας, θα έπρεπε να μας βάλει σε σκέψεις την επόμενη φορά που θα σταυρώσουμε το αντίστοιχο τετραγωνάκι στο ψηφοδέλτιο και θα το ρίξουμε στην κάλπη!

Ελένη η πόρνη… ένας άγγελος στην κόλαση!

•Φεβρουαρίου 17, 2011 • 3 Σχόλια

 

Μια φορά κι έναν καιρό, μέσα στη δεκαετία του ’70, ήταν η Ελένη, ένα γλυκύτατο κοριτσάκι γύρω στα 14 με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, με ψυχή μάλαμα και καρδιά γεμάτη καλοσύνη, καλή μαθήτρια και καλή νοικοκοιρά. Ένας άγγελος με λίγα λόγια, ένα κορίτσι υπόδειγμα, ένα πλάσμα παράδειγμα προς μίμηση για όλα τα κοριτσάκια της Κύπρου. Μια νύχτα, αφού κοιμήθηκαν όλοι στο χωριό, η μπεκροκανάτα η μητέρα της, μην αντέχοντας άλλο να βλέπει τον σύζυγό της να βιάζει επανηλειμμένα το μικρό της αγγελούδι, το πέρνει από το χέρι κακήν κακώς, το βάζει μαζί της στο λεωφορείο της γραμμής και κατευθύνονται προς την Λεμεσό. Όταν φτάνουν, γύρω στα μεσάνυχτα,  η μητέρα αφήνει το αγγελούδι της μόνο σε ένα παγκάκι με τη δικαιολογία ότι πετάγεται για μια δουλειά και επιστρέφει. Το αγγελούδι γίνεται αντιληπτό από έναν «κύριο» της νύχτας, ο οποίος το μαζεύει και το πέρνει στο διάσημο μπουρδέλο της τουρκάλας μαντάμ Σουλτάνας. Έτσι, λοιπόν, αρχίζει ο γολγοθάς της Ελένης. Η Ελένη έγινε πουτάνα, όπως άλλωστε και η ίδια δεν παραλείπει να μας το υπενθυμίζει σε κάθε επεισόδιο με την ίδια ωμότητα και την ίδια έκφραση δυστυχίας στα μάτια. Ξέρω, ξέρω!  Όσοι δεν παρακολουθείτε τη σειρά θα σας έχουν γεννηθεί σίγουρα απορίες! Πώς όλα τα χαρίσματα προσγειώθηκαν και εγκαταστάθηκαν στο σώμα της Ελένης; Τα γεγονότα έγιναν πριν ή μετά την εισβολή του 1974; Γιατί την βίαζε ο πατέρας της; Γιατί δεν έκανε κάτι η μάνα για να το σταματήσει; Κυκλοφορούσαν λεωφορεία μετά τις 9 το βράδυ στους δρόμους της Κύπρου, και μάλιστα στην ύπαιθρο, τη δεκαετία του ’70; Τι σκεφτόταν η δόλια μάνα και άφησε το κοριτσάκι της, 12 η ώρα τα μεσάνυχτα σε ένα παγκάκι μιας πόλης φημισμένης για τα μπουρδέλα της;  Ήθελε να το σώσει ή μιας και ήταν «χαλασμένο» να του δώσει την τελευταία σπρωξιά στον γκρεμό; Και που είστε ακόμα! Σήμερα, είμαστε αισίως κάπου στο 20ό επεισόδιο και αυτές οι απορίες είναι μόνο από το πρώτο επεισόδιο (ή το μισό, δε θυμάμαι). Και νομίζετε ότι στη συνέχεια δίνονται απαντήσεις σε αυτά τα εύλογα ερωτήματα; Όχι, φυσικά! Πού να χάνουμε χρόνο σε λεπτομέρειες! Οι εξελίξεις τρέχουν και τα χρόνια περνάνε πολύ γρήγορα!  Ήδη στο 4ο επεισόδιο η Ελένη έγινε 20-22 χρονών! Οι συνάδελφοι της όμως όχι! Έμειναν όπως ήταν στο πρώτο επεισόδιο, δηλαδή πριν 6-8 χρόνια! Μόνο η Ελένη μεγάλωσε! Κακομοίρα! Από τις άλλες πουτάνες δεν πέρασε ούτε μία μέρα από το αλαβάστρινο προσωπάκι τους! Και μετά μου λέτε ότι κακοπερνούν! Θα μου πείτε πού να τρέχουν τώρα οι μακιγιέρ της σειράς να ζωγραφίζουν ρητίδες και μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια! Ποιός θα καταλάβει τη διαφορά; Και κάπως έτσι άρχισαν  να βαριούνται να προσπαθούν να γυρίσουν μια σειρά που διαδραματίζεται τη δεκαετία του ’70 σε μια πόλη του 2010. Θέλει πολλή προσπάθεια! Και, επίσης, λόγο χαμηλού προυπολογισμού στο κατώφλι της οικονομικής κρίσης σκέφτηκαν: «Ας πούμε ότι η Ελένη ήταν 14ων  το ’79 (βολεύει κι όλας αφού δεν αναφέραμε την εισβολή), τότε 20 χρονών θα ήταν το 85! Το 1985 είναι πολύ κοντά στο 1990. Άρα αν πούμε ότι είμαστε στη δεκαετία του ’90, αυτό είναι πολύ κοντά στο 2000, δηλαδή στο σήμερα! Άρα δε χρειάζεται να προσαρμόσουμε ούτε τα ρούχα, ούτε τα χτενίσματα, ούτε τα σπίτια, ούτε τα αυτοκίνητα!» Κι έτσι κι έγινε. Κάπου στο 10ο επεισόδιο, λοιπόν, γίνεται μια αναγκαστική προσγείωση στη δεκαετία του ’90, κοντά στα 2000, με την Ελένη να παραμένει κοντά στα 20 και τις άλλες πουτάνες να μην έχουν αλλάξει καθόλου! Φυσικά τα αδέρφια της Ελένης, τα οποία όταν αυτή έφυγε από το χωριό ήταν 5 χρονών περίπου, τώρα κοντεύουν να πάνε πανεπιστήμιο, ενώ ο μικρότερός της αδερφός έχει ήδη παντρευτεί και ετοιμάζεται και ο δεύτερος! Η μάνα της δε… θεά,ο πατέρας της μοντέλο! Υπήρχαν πλαστικοί χειρουργοί τότε στην Κύπρο; Μα τι λέω, αφού είμαστε σχεδόν στο 2000! Άρα έκαναν όλοι πλαστική! Σας διαφεύγει και κάτι άλλο αγαπητοί δημιουργοί της σειράς: Αφού αποφασίσαστε να αλλάξετε δεκαετία γιατί τα σκηνικά στο πατρικό της Ελένης έχουν μείνει ίδια; Υπάρχει κάνενα σπίτι σε χωριό της Κύπρου μετά το ΄90 που κοιμόντουσαν στις σιδερένιες καρκόλες της γιαγιάς, με υφαντά σεντόνια κεντημένα στο χέρι και φορώντας ακόμα τα πρώτα παντελόνια, διάδοχους της θρυλικής μας βράκας; Και γιατί η κυρία Μελανί, πρώην ιερόδουλος και νυν παραδουλεύτρα του μπουρδέλου, πλένει όλα τα βρακιά και τα σεντόνια των ιερόδουλων στο χέρι; Δεν είχε λεφτά η Σουλτάνα να της πάρει ένα πλυντήριο; Αφού μόνο «το Ελένι», όπως αποκαλούσε την Ελένη η Σουλτάνα, έπαιρνε για κάθε πελάτη που «την έπαιρνε» 500 λίρες και συνεχώς μας υπενθυμίζουν στη σειρά ότι είχε πολλή κίνηση το δωμάτιό της μιας και δεν προλάβαινε να κοιμηθεί από τους πολλούς πελάτες! Γιατί θα μου πείτε! Αφού ήταν η καλύτερη πουτάνα που γεννήθηκε ποτέ! Έξυπνη αλλά και πανέμορφη, άριστη γνώστης του αντικειμένου της αλλά και σκεπτόμενη, πρόστυχη αλλά και σοφή, πουτάνα αλλά ευγενική! Όλες οι χάρες συνέχιζαν να πέφτουν από τον ουρανό και να προσγειώνονται πάνω στην Ελενούα, όπως χαιδευτικά την φωνάζουν όλοι όσοι την αγαπούσαν. Έτσι άλλωστε δικαιολογείται και ο τίτλος: «Ελένη η πόρνη, ένας άγγελος στην κόλαση»! Αυτό που δεν δικαιολογείται είναι η ακεραιότητα του χαρακτήρα της! Αφού μπήκε από τα 14 στο μπουρδέλο πότε πρόλαβε να αποκτήσει γνώσεις που συνεχώς διαφημίζει μέσα από τα λεγόμενά της, τις οποίες οι περισσότεροι από εμάς αποκτήσαμε σε μεγαλύτερη ηλικία στα θρανία των σχολείων; Πώς παραμένει τόσο ευγενική και καλοσυνάτη όταν από τα 14 της μέχρι σήμερα έχουν περάσει από πάνω της 100άδες άντρες «καταστρέφοντας την παιδική της αθωώτητα και σκοτώνοντας την ψυχή της», όπως η ίδια βρωντοφωνάζει κάθε 3 επεισόδια με δάκρυα στα μάτια; Πώς γίνεται να είναι σοφή και καλλιεργημένη και να αντιλαμβάνεται τον χαρακτήρα των ανθρώπων μόνο με την πρώτη ματιά αφού σε όλη την εφηβική και ενήλικη ζωή της είναι κλεισμένη στο δωμάτιο ενός μπουρδέλου και έρχετε σε επαφή μόνο με πουτάνες, μαστρωπούς και ξεληγωμένους άντρες που το μόνο που θέλουν είναι να βιάσουν την ψυχούλα της; Και γιατί κύριοι διαλέξατε αυτή την «ηθοποιό»η οποία δε γίνεται σε καμία από τις παραπάνω ιδιότητές της πειστική; Ούτε καν στο «πανέμορφη»; Τι δηλαδή, επειδή έχει γαλάζια μάτια και ξανθά μαλλιά; Και η Άγγελα Μέρκελ, αν δεν κάνω λάθος, έχει ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια αλλά δεν της δώσαμε και το ρόλο! Άσε που σε ένα επεισόδιο είχε ξεχάσει να φορέσει τους γαλάζιους φακούς η εν λόγω πρωταγωνίστρια και έβγαλε όλο το επεισόδιο με καστανά μάτια! Αφήστε που ενώ σε κάθε επεισόδιο πλαντάζει στο κλάμα και χτυπιέται στα πατώματα δεν έχουμε δει ούτε μία σταγόνα δάκρυ να κυλάει από τα μάτια της! Μόνο τα χείλη της σουφρώνει σαν μωρό που γκρινιάζει στη μαμά του που δεν το αφήνει να φάει παγωτό πριν το γεύμα του μεσημεριού! Αλλά ακόμα και το κλάμα, ο οδυρμός ,η θλίψη και η οργή εκφράζονται από την Ελενούα και τις υπόλοιπες τσούλες, όπως τις αποκαλεί η νέα τους πατρώνα Εύα εξ Ελλάδος, με μια ευγένεια, με τρόπους, με ωραίο λεξιλόγιο και ολοκληρωμένες εκφραστικές προτάσεις!  Ίσως να είχαν σπουδάσει δικηγόροι, γιατροί και αρχιτέκτονες, να μην κατάφεραν να βρουν δουλειά και να έπεσαν στα δίκτυα της πορνείας!  Έτσι κι αλλιώς αυτό αποδεικνύει και το ντύσιμό τους: φούστες μέχρι το γόνατο, μακρυά μανίκια και ζιβάνγκο, περιποιημένα μαλλιά πιασμένα σε καθωσπρέπη κότσους, ταγεράκια και απαλό μακιγιάζ. Προσωπικά δεν έχω πάει ποτέ στις πουτάνες αλλά δε λέμε «αυτή είναι ντυμένη σαν πουτάνα» όταν δούμε μια γυναίκα με υπερβολικά έντονο μακιγιάζ, δικτυωτό καλτσόν, κόκκινες γόβες, μικροσκοπικές φούστες μέσα από τις οποίες διαγράφεται το στρινγκ, λεοπάρ γούνες, πλατινέ μαλλί και ασημί μπλούζες με στρας μέρα μεσημέρι; Αλλά τι λέω, αφού προσγειωθήκαμε στο 2000 όπου οι περισσότερες κοπέλλες στην ηλικία της Ελενούας ντύνονται κατ’ αυτό τον τρόπο! Τέλωσπάντων! Και σε αυτό το μπουρδέλο είναι όλες κακομοίρες! Καμία δε θέλει να βρίσκεται εκεί μέσα και όλες ονειρεύονται πότε θα έρθει ένας πρίγκιπας να τις αρπάξει από το μαλλί και να τις βγάλει από τον βούρκο της ακολασίας! Όπως τη γλυκιά μας και αθώα Φωτεινούλα, μια αμφιβόλου «σώας τας φρένας» πόρνη. Παρ’ όλα αυτά καμία δεν προσπάθησε ποτέ να φύγει από το μπουρδέλο. Ούτε όταν ο νταβατζής που τις πρόσεχε δολοφονήθηκε και έμεινε το μπουρδέλο χωρίς προστασία. Ούτε όταν στο Ελενάκι η Εύα αγόρασε αμάξι για να κάνει κατ’ οίκον «εξυπηρετήσεις» στους αγαπημένους της πελάτες, η εν λόγω πουτάνα σκέφτηκε να λοξοδρομίσει και να το σκάσει! Μόνο κλαίνε όλη μέρα και διερωτώνται πότε θα καταφέρουν να φύγουν από αυτό το βούρκο! Και η δικαιολογία; «Και να φύγω που να πάω, ποιος να με δεχτεί αφού είμαστε στιγματισμένες και δαχτυλοδειχτούμενες»! Δηλαδή, τράβα με κι ας κλαίω! Μάλλον ξέχασαν οι σεναριογράφοι ότι μας προσγείωσαν απο το ’70 στο 2000 όπου η Κύπρος δεν είναι πλέον ένα μεγάλο χωριό και οι κάτοικοι της Λεμεσού δεν γνωρίζουν τους κατοίκους της Πάφου και της Λευκωσίας έναν προς έναν! Γιατί δεν παραδειγματίζονται από την Μοίρα που το έσκασε μια νύχτα με φεγγάρι και με τα πόδια έφτασε στο κατώφλι ενός σπιτιού σε ένα χωριό κάπου στα βουνά όπου μια γριά της άνοιξε την πόρτα και την δέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες χωρίς να ρωτίσει τίποτα και από εκείνη την ημέρα ζει ευτυχισμένη; Αλλά, όπως ζητοκραυγάζει μυξοκλαίγοντας κάθε Τρίτη και Πέμπτη βράδυ η Ελενούα «Το κορμί μου το βρώμισαν, την ψυχή μου όμως όχι»! Αυτό έχει σημμασία! Τι κι αν είσαι πουτάνα, τι κι αν έχεις χάσει καθε αξιοπρέπεια και κάθε παιδική αθωώτητα, τι κι αν έχεις χάσει και τα αυγά και τα πασχάλια και αν έχεις βγάλει και το σχοινί και το παλούκι, η ψυχή σου παραμένει αλώβητη, δυνατή, αγνή, αθώα και πάνω απ’ όλα καθαρή! Σαν της Μπουμπουλίνας ένα πράγμα! Άρα γιατί να φύγεις; Για να βρεις μια δουλειά και να ξυπνας από τις 6 το πρωί, να πέρνεις ένα ξερό μισθό, και να παρακαλάς το κάθε παλικάρι να σε παντρευτεί έστω κι αν πριν από αυτόν σε έχουν πάρει άλλοι 1000; Κάθεσαι στο μπουρδελάκι σου, με αυτοκίνητο, σατέν σεντονάκια, μια παραδουλεύτρα να σου πλένει, να σου σιδερώνει, να σου μαγειρεύει και ο κάθε ένας που περνάει το κατώφλι του υπνοδωματίου σου να σου ακουμπάει αβασάνιστα στο κομοδίνο 500 ευρώ! Δείτε τι έπαθε η αγαπημένη μου Γκιούλ, που πίστεψε στα λόγια τα μεγάλα, έφυγε με τον αγαπημένο της Αχμέτ και την εκνευριστικά τρισχαριτωμένη και καλοκάγαθη κορούλα της Σάρα για να ζει σε ένα χαμόσπιτο του ’50 με τον Αχμέτ να ξημερωβραδιάζεται παίζοντας χαρτιά.Παρένθεση: την κορούλα που την βρήκανε; Ποιόν έχει μέσον μέσα στην παραγωγή του σήριαλ και συνεχώς διαφημίζει την υπέροχη φωνή της και την ακατανίκητη ικανότητά της στο πιάνο; Αυτή και η Ελενούα! Η οποία προσεύχεται, η μουρλοκακομοίρα, για όλους και βρίσκει άστεγους στο δρόμο και τους μοιράζει 10λιρα! Που σπεύδει σε κάθε σκηνή στην οποία κινδυνεύει μια άλλη πουτάνα και την σώζει από τα χέρια του μαστρωπού! Που σε κοιτάζει στα μάτια και καταλαβαίνει τον πόνο σου και διαβάζει τα μυστικά σου. Που σου πιάνει το χέρι και σου χαιδεύει τα μαλλιά με κατανόηση και τρυφερότητα.Που δεν κρατάει ποτέ κακία σε κανένα. Που με τόση μαεστρία και με μία κίνηση αστραπή έκοψε τα γεννητικά όργανα του πατριού της σαν να ήταν πορτοκάλια! Και που ολόκληρο σήριαλ είναι κομμένο και ραμμένο πάνω της! Που ένα ολόκληρο βιβλίο αποτελεί φόρο τιμής στην μεγαλύτερη πουτάνα της Λεμεσού και πάσης Κύπρου! Που ολόκληρη η ομάδα παραγωγής, σκηνοθεσίας και σεναρίου υψώνει σε κάθε επεισόδιο την Ελενούα στο βάθρο της ηρωίδας-πρότυπου κάθε μέσης Κύπριας νοικοκυράς! Εμπρός στο δρόμο που χάραξε η Ελένη! Εμπρός με το σατέν βρακί για λάβαρο και το δικτυωτό καλτσόν σημαία! Για την Ελενούα ρε γ..ο!

Wellcome to Stockholm!

•Φεβρουαρίου 16, 2011 • Σχολιάστε

Welcome to Stockholm. Thank you for travelling with us. Have a nice day! Επιτέλους μετά από επτά ώρες στο αεροπλάνο, τρεις ώρες αναμονής σε αεροδρόμια, δύο σταθμούς και δύο πλαστικά γεύματα στον αέρα φτάσαμε στη Στοκχόλμη! Το αεροδρόμιο στα λευκά και η αναγραφόμενη θερμοκρασία στην μικροσκοπική τηλεόραση του αεροπλάνου να προειδοποιεί για το κρύο που θα αντιμετωπίσουμε:  Μείον 5. «Εντάξη, και στο βουνό μια φορά που είχα πάει στην ορεινή Αρκαδία είχε 5 βαθμούς υπό το μηδέν και το αντιμετώπισα μια χαρά!» Έλα, όμως που η Σουηδία βρίσκεται μια ανάσα από τον Βόρειο Πόλο και το κρύο έρχεται κατευθείαν από ‘κει φρέσκο και λαχταριστό! Το χοντρό παλτό, η εσωθερμική μπλούζα, η μάλλινη ζακέτα, το εσωθερμικό σώβρακο μέχρι τους αστραγάλους, οι μάλλινες κάλτσες, οι μπότες με την γούνινη επένδυση, τα μάλλινα κασκόλ και σκούφοι αποδείχτηκαν πολύ φτωχά μπροστά στον ψυχρό αέρα που διαπερνούσε τα σοκάκια της πόλης! Ακόμα και το θαλασσινό νερό που περιβάλλει τα δεκάδες νησάκια πάνω στα οποία είναι χτισμένη η πόλη, ήταν παγωμένο και οι εκατοντάδες πάπιες και κύκνοι τσιμπολογούσαν τον πάγο ψάχνοντας με απορία: «Πού να πήγε το νερό που πριν λίγες μέρες υπήρχε εδώ;». Σε κάποια σημεία πάνω από τον πάγο έστρωσε χιόνι με αποτέλεσμα οι όχθες της πόλης να έχουν ενωποιηθεί με τη θάλασσα κάτω από ένα κάτασπρο πέπλο χιονιού! Ο ήλιος κάπου στον ορίζοντα χαμηλά και σε μικρή απόσταση από την γη φώτιζε την πόλη δημιουργώντας μια παράξενη ατμόσφαιρα με έντονες σκιές και εκτυφλωτικές αντανακλάσεις στα παράθυρα των κτιρίων και στο στρώμα πάγου που είχε σκεπάσει ακόμα και τα οδοστρώματα! Οι Σουηδοί, όμως, ψύχραιμοι: Μητέρες με τα μωρά τους στο τροχοκάθισμα να απολαμβάνουν την βόλτα τους, γιαγιάδες αγκαζέ με τις ηλικιωμένες φιλενάδες τους και τα μπαστούνια ανα χείρας να κόβουν βόλτες  και νέοι με αθλητική περιβολή να κάνουν το καθημερινό τους τζόκινγκ στο χιονισμένο πάρκο. Ανέμελοι και ψυχροί, αμίλητοι κι αγέλαστοι! Τώρα επαληθεύονται στο μυαλό μου όλοι αυτοί που λένε για τους ψυχρούς βόρειους λαούς. Ψυχροί σε όλα! Θερμοκρασία περιβάλλοντος, θερμοκρασία σώματος και θερμοκρασία καρδιάς υπό το μηδέν. Αποφεύγουν να μιλούν στο δρόμο στους περαστικούς, οι μαγαζάτορες δεν χαιρετούν τους πελάτες τους, δε λένε ευχαριστώ  ούτε παρακαλώ, σε σπρώχνουν στο δρόμο σαν να μην υπάρχεις, δε σου λένε συγνώμη αλλά ούτε γυρνάνε να σε κοιτάξουν, χαμογελάς στη ρεσέψιονιστ του ξενοδοχείου και αυτή σε κοιτάει απορρημένη! Οι μόνοι που μας χαμογέλασαν και καταδέχτηκαν να μιλήσουν μαζί μας ήταν ένας ταξιτζής από το Ιράν, ένας δεύτερος ταξιτζής από την Τουρκία, μία πωλήτρια από το Σουδάν και μία αεροσυνοδός από την Αυστρία!  Είχα αρχίσει να απορώ γιατί κατηγορούν εμάς τους Κύπριους ότι είμαστε βλάχοι και άξεστοι! Ακόμη κι εμείς πολλές φορές ντρεπόμαστε να παραδεχτούμε την καταγωγή μας. Ντρεπόμαστε που δεν είμαστε ευρωπαίοι και τις τελευταίες δεκαετίες πασχίζουμε με αγωνία να τους μοιάσουμε! Φτάνοντας στο αεροδρόμιο της Λάρνακας έβγαλα το παλτό και σήκωσα τα μανίκια. Ο ήλιος είχε φτάσει στο ζενίθ του ψηλά στον ουρανό κι εγώ έβγαλα τα γυαλιά ηλίου από την τσάντα. Η κυρία που περίμενε τις αποσκευές της δίπλα μου μου χαμογέλασε κι εγώ την βοήθησα να κατεβάσει την βαλίτσα της από τον ημάντα. Ο αστυνομικός που έλεγξε το διαβατήριό μου με καλωσόρισε και ο ταξιτζής με χτύπησε ελαφρά στην πλάτη και μου άνοιξε την πόρτα να μπω στο ταξί. Τρανταχτά γέλια με έκαναν να γυρίσω: δύο υπάλληλοι του αεροδρομίου απολάμβαναν το διάλειμμα τους στη λιακάδα πίνοντας καφέ. Ο ταξιτζής άνοιξε το παράθυρο και με φωνή καμπάνα και κορνάροντας συνθηματικά χαιρέτισε ένα άλλο διερχόμενο ταξί. Ένα ζευγάρι μπροστά στο ανοιχτό πορτ μπακάζ με τις βαλίτσες ανα χείρας ανταλλάζει φιλιά χαράς! Βγαίνοτας στον αυτοκινητόδρομο φάνηκε  από μακριά η θάλασσα, οχι παγωμένη αλλά μπλε! «Πόθθεν έρκεσαι φίλε μου;», με ρωτά ο ταξιζής. Αλλά δεν με ενόχλησε ούτε ο εννικός ούτε ο δυνατός ήχος της βαριάς φωνής του! Και γιατί άλλωστε; Μεγαλώσαμε σε ένα τόπο με ήλιο, θάλασσα, μουσική και καλό φαγητό και με τον τόνο της φωνής μας, το τρανταχτό μας γέλιο και τους άξεστους τρόπους μας δηλώνουμε πόσο ανοιχτόκαρδοι και ανοιχτοχέρηδες είμαστε. Ακόμα και η κυπριακή διάλεκτος με τις παράξενες λέξεις που κομπλεξικά χαρακτηρίζουμε χωριάτικες και ξεπερασμένες δηλώνουν αυτό που είμαστε. Κύπριοι! Άνθρωποι με ελαττώματα και προτερήματα, άνθρωποι με ιδιοτροπίες και παραξενιές αλλά άνθρωποι  που ξέρουν να ζουν, άνθρωποι που αγαπούν την οικογένειά τους, τους φίλους και τους συνανθρώπους τους, άνθρωποι φιλόξενοι και άνθρωποι που μεγάλωσαν κάτω από τον καυτό ήλιο. Και αυτό φαίνεται στις ρυτίδες ανάμεσα στα φρύδια και τα αυλάκια στα μάγουλα από το χαμόγελο. Μέχρι να πάω σπίτι είχα βγάλει και την ζακέτα. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και κάθισα στη βεράντα. Ένιωσα το ίδιο χαρούμενος όσο ήμουν όταν άρχιζε το ταξίδι στη Σουηδία. Αλλά τώρα είμαι σπίτι μου. Εδώ που νιώθω οικεία, ζεστά και άνετα. Η γειτόνισσα βγαίνει στο μπαλκόνι και κουνόντας τα χερια με καλωσορίζει. Welcome to Larnaka. Thank you for travelling with us. Have a nice day!

I was born this way…!

•Φεβρουαρίου 14, 2011 • Σχολιάστε

Ένα κομμάτι χαρτί…

•Ιανουαρίου 27, 2011 • Σχολιάστε

Ένα κομμάτι χαρτί κρεμασμένο στο συρματόπλεγμα. Ένα κομμάτι χαρτί ποτισμένο με μελάνι. Ένα κομμάτι χαρτί που με την πρώτη βροχή θα λιώσει και θα πέσει πάνω στην άμμο σε κομμάτια και ο αέρας θα τα σκορπίσει στα νερά της Αμμοχώστου. Και θα χαθούν. Μαζί τους θα χαθούν και οι λέξεις που είναι γραμμένες στο χαρτί. Μαζί με τις λέξεις και τα συναισθήματα; Πόνος, οργή, αγανάκτηση. Ποιανού τα χέρια σχημάτισαν τα γράμματα αυτών των λέξεων; Ποιός ξέχασε τη ψυχή του στην έρημη πόλη φεύγοντας; Την ξέχασε ή του την πήρανε; Τι άλλο του πήρανε; Το σπίτι; Τον γονιό; Το παιδί; Ποιοί; Και με ποιό δικαίωμα; Πως βγαίνει η ψυχή ενός ανθρώπου και μένει στους νεκρούς δρόμους μιας πόλης; Τι κάνει μια ψυχή σε αυτή την πόλη; Τι να βλέπει άραγε; Ποιός ξέρει; Κανείς. Κανείς από εμάς που στεκόμαστε έξω και κοιτάμε μέσα από τα συρματοπλέγματα. Μισοκλείνουμε τα μάτια μήπως καταφέρουμε να διακρίνουμε κάτι. Μάταια. Είναι πολύ μακρυά. Έτσι λένε τα μάτια μας. Η ψυχή μας μήπως λέει ότι είναι πάρα πολύ κοντά; Αν απλώσεις το χέρι θα πιάσεις τον αέρα αυτής της πόλης. Κι αν το φέρεις κοντά στην καρδιά σου και το ανοίξεις θα έχει μέσα αλμύρα από την θάλασσα και χρυσάφι από την άμμο. Θα έχει γέλια από παιδιά και φωνές από γυναίκες. Όχι μόνο φωνές χαράς αλλά και φωνές λύπης, κραυγές πόνου, αγωνίας, απελπισίας. Στο χέρι σου θα δεις μαυρίλες από μπαρούτι, κομμάτια από σφαίρες. Θα δεις στάχτη από φωτιές και σκόνη από γκρεμισμένα σπίτια. Θα δεις αίμα από πληγές που πλέον έχουν κλείσει. Στο σώμα, γιατί στο μυαλό έχουν μείνει τα σημάδια τους. Στην καρδιά έχουν μείνει οι ραφές που προσπαθούν να τις κρατήσουν κλειστές. Στην ψυχή ακόμη τρέχει αίμα. Και δάκρυα. Δάκρυα παιδιών που έχασαν τους γονείς τους. Δάκρυα μανάδων που είδαν τα παιδιά τους να πέφτουν νεκρά στο χώμα. Και ιδρώτας. Ιδρώτας των ανθρώπων που πάλεψαν να χτίσουν αυτή την πόλη. Μια πόλη που την χάσανε σε μία μέρα. Που φεύγοντας κοίταξαν πίσω τους για τελευταία φορά. Αλλά ο ουρανός δεν ήταν πια γαλάζιος. Ήταν γκρίζος. Τα δέντρα δεν ήταν πράσινα αλλά μαύρα. Κι η άμμος είχε μετατραπεί από χρυσάφι σε στάχτη. Μόνο η θάλασσα είχε παραμείνει γαλάζια. Ακόμη και μέχρι σήμερα. Αλλά δεν είναι πια γεμάτη με νερό. Είναι γεμάτη μόνο με δάκρυα. Κι ο θόρυβος που βγαίνει από τον αφρό των κυμμάτων είναι θρήνος. Ο θρήνος των ψυχών που είναι βυθισμένες στη θάλασσα αυτή και σαν μισοπνιγμένος ναυαγός περιμένουν τη μέρα που θα τις ξεβράσει το κύμα…

Έπιασε βροχή…

•Ιανουαρίου 19, 2011 • Σχολιάστε

Έπιασε βροχή, γύρω στο απόγευμα. Καιρό παρακαλάει ο κόσμος για βροχή. Όλοι την θέλουν σαν τρελλοί για να ανθίσουν οι λεμονιές που έχουν στην αυλή, να ποτιστούν τα χωράφια, να γεμίσουν τα φράγματα, να πλυθούν οι δρόμοι, να μεγαλώσουν τα δέντρα, να τρέξει νερό στα ρυάκια. Οι πρώτες στάλες άρχισαν να πέφτουν δειλά με τον χαρακτηριστικό θόρυβο όταν σκάνε στο έδαφος, κάνοντας τον κόσμο να στρέφει το βλέμμα προς τον ουρανό για να δει τι συμβαίνει. Βρέχει! Σιγά σιγά η βροχή δυναμώνει και σε δευτερόλεπτα τα πάντα έχουν βραχεί. Από τις στέγες τρέχει νερό σε μικρούς γραμμικούς καταρράχτες. Οι ταράτσες ξεχυλίζουν και οι υδρορόες ξερνάνε νερό ασταμάτητα. Τα αυτοκίνητα πλένονται. Οι δρόμοι πλυμμηρίζουν. Οι περιπτεράδες τρέχουν να ανοιξουν τις τέντες για να μην βραχούν οι εφημερίδες. Μια νοικοκυρά βγαίνει σε κατάσταση αλαλάζουσα να μαζέψει την μπουγάδα που είχε απλώσει στο μπαλκόνι: «Θα τα βάλω δίπλα στο καλοριφέρ να στεγνώσουν».  Σε ένα εστιατόριο οι σερβιτόροι πανικοβλημένοι μαζεύουν τα τραπέζια από την αυλή και οι πελάτες τρέχουν στο εσωτερικό με τα πιάτα ανα χείρας. Σε λίγα λεπτά όλοι μπαίνουν μέσα για να προστατευτούν. Μόνο στους δρόμους γίνεται χαμός γιατί στον τόπο μας η βροχή είναι πολυτέλεια και οι οδηγοί περνούν σε κάθε μπόρα εξετάσεις. Κι αποτυγχάνουν κάθε φορά!  Ήρθε η ώρα να σχολάσω. Τρέχω κι εγώ με τον χαρτοφύλακα στο κεφάλι από την πόρτα του γραφείου μέχρι την πόρτα του αυτοκινήτου. Μπαίνω μέσα και κλείνω την πόρτα βιαστικά. Κάποιες σταγόνες κατάφεραν να μπουν μέσα. Εγώ μούσκεμα. Τι να σου κάνει ο χαρτοφύλακας! Ένα σκυλί στην άκρη του δρόμου κάτω από ένα υπόστεγο παρακολουθεί την βροχή που στάζει και τον κόσμο που τρέχει να «σωθεί»: «Σιγά, πως κάνουν έτσι, νερό είναι!» Δε βλέπω τίποτα. Βάζω τους υαλοκαθαριστήρες στο φουλ: «Θα αντέξουν τόσο γρήγορα που πάνε πέρα δώθε ή θα εκτοξευθούν στον αέρα;». Πέφτω σε μία λακούβα που γέμισε νερό και αυτό σκορίζει στον αέρα σαν από κρατήρα που μόλις έκανε έκρηξη. Πέφτουν πάνω σε ένα πεζό που τρέχει να φτάσει σπίτι του. Με βρίζει. Ντρέπομαι: « Συγνώμη! Καλά πως κάνει έτσι, δεν είναι ότι εγώ τον έβρεξα, μούσκεμα ήταν κι από πριν!». Φτάνω σπίτι. Τρέχω και πάλι απο την πόρτα του αυτοκινήτου στην πόρτα της πολυκατοικίας. Ανεβαίνω τα σκαλιά: «Κλείδωσα το αυτοκίνητο; Φτού!» Κατεβαίνω να κοιτάξω. Ξαναβρέχομαι: «Το είχες κλειδώσει ζώον!» Ξανανεβαίνω! Ανοίγω την πόρτα. Σκουπίζω τα πόδια στο πατάκι. Τινάζομαι καλά και βγάζω τα παπούτσια: «Χθες σφουγγάρισα, μη λερώσω!» Αλλάζω ρούχα, ανάβω καλοριφέρ. Φτιάχνω ένα ζεστό καφέ. Κουβερτούλα, καφές, καναπές, τηλεόραση: μια εξαιρετική παρέα για τις βροχερές μέρες! Κάνω ζάπινγκ. Δεν έχει και τίποτα σπουδαίο. «Αξίζει να το δεις» με την Τατιάνα Στεφανίδου. Έλα όμως που δεν αξίζει να το δεις! Κάτι δεν πάει καλά… Κάτι στάζει: « Κουβερτούλα σε αφήνω, το νερό μπήκε μέσα! Από το καλοκαίρι λέω να διορθώσω τον φεγγίτη που δεν κλείνει καλά! Να τα τώρα! Μ..λ..κα!» Πέρνω μια κατσαρόλα και την βάζω στο σημείο που στάζει: «Ελπίζω να μην αρχισει να στάζει από παντού γιατί έχω μόνο δύο κατσαρόλες. Μετά πάμε σε πυρέξ. Άρα δεν έχει μαγείρεμα σήμερα!» Ένας κεραυνός πέφτει και τρομάζω! Τα φώτα σβήνουν: «Τέλεια! Που έχω αναπτήρα; Δε καπνίζω κι όλας!» Ανάβω 2-3 κεριά. Κάθομαι στο παράθυρο και κοιτάω τη βροχή που τρέχει παντού. Οι δρόμοι έγιναν ποτάμια. Οι αυλές έγιναν λίμνες. Μια μπουγάδα ανεμίζει σε ένα μπαλκόνι: «Αυτή η νοικοκυρά τα ξέχασε!» Βαρέθηκα: « Πάω για ύπνο. Η βροχή θα με νανουρίσει. Ευκαιρία να κοιμηθώ νωρίς να χορτάσω ύπνο». Χώνομαι στα σκεπάσματα χωρίς δεύτερη σκέψη.  Αυτό το βράδυ στα όνειρά μου δεν βρέχει, ενώ στα άλλα έβρεχε. Δε ξέρουμε τι θέλουμε τελικά. Βρέχει, ονειρευόμαστε ήλιο, έχει λιακάδα, παρακαλάμε για βροχή. Συνέχεια γκρινιάζουμε. Ο ήλιος βλάπτει. Η βροχή μας φοβίζει. Για χιόνια δεν το συζητάμε. Στην Κύπρο ζούμε! Το φως του ήλιου με ξύπνησε: «Ξημέρωσε κι όλας; Ήλιος; Βγήκε ο ήλιος! Σταμάτησε να βρέχει!» Βγαίνω στην βεράντα: «Έφραξε το λούκι. Πλυμμήρισε η βεράντα!» Αυτά παθαίνεις όταν έχεις να σκουπίσεις την βεράντα δύο βδομάδες! Πιάνω τη σκούπα κι αρχίζω να σπρώχνω τα νερά στο δρόμο. Η νοικοκυρά απέναντι βγήκε στο μπαλκόνι και μαζεύει τα βρεγμένα ρούχα: «Ου στραβάρα μου, εξήασα τα!» Ο γείτονας μου σκουπίζει το αυτοκίνητό του. Ήρθε και το φορτηγό του δήμου να μαζέψει κάτι κλαδιά που έπεσαν από ένα δέντρο. Ο σκύλος τινάζεται ευτυχισμένος. Στο διπλανό χωράφι δεκάδες περιστέρια τσιμπολογούν το χώμα: «Τι να τρώνε άραγε; Μπορεί η βροχή να έφερε σποράκια από τα γύρω δέντρα». Ο περιπτεράς βγάζει τις εφημερίδες έξω και η γυναίκα του σκουπίζει το νερό από το πεζοδρόμιο: «Μη γλιστρήσει κανένας χριστιανός και σπάσει κανένα πόδι». Στον ουρανό ένα σμίνος πουλιών πετάει σε υπέροχους σχηματισμούς. Σαν να ακολουθούν τον ρυθμό μιας μελωδίας που μόνο αυτά ακούνε. Στην άκρη του οδοστρώματος ήδη άρχισαν να ξεπροβάλλουν τα πρώτα χορταράκια: «Τόσα χωράφια εδώ γύρω από εκεί ξετρύπωσαν τα άτιμα!». Τα γεράνια στη γλάστρα μου άνοιξαν δειλά με το πρώτο φως του ήλιου. Προσπαθούν κι αυτά με κρυφές ματιές να δουν αν η βροχή έχει σταματήσει. Σαν τον κύριο απέναντι που μόλις ξεπρόβαλε το κεφάλι από την κουρτίνα του παραθύρου. Σε λίγες μέρες θα ξεπεταχτούν και οι κατάξανθες μαργαρίτες στο χωράφι απέναντι. Οι ακτίνες του ήλιου ξεπροβάλλουν σαν κατάλευκα σπαθιά μέσα από μερικά σκόρπια σύννεφα που έχουν απομείνει στον καταγάλανο ουρανό. Μια δέσμη φωτός τρυπά ένα γκρίζο σύννεφο και προσγειώνεται στη θάλασσα σχηματίζοντας μια χρυσή κοιλίδα. Λένε ότι αυτό είναι μια ομάδα αγγέλων που κατεβαίνουν στη γη. Αυτοί μπορεί να έφεραν το ουράνιο τόξο που εμφανίστηκε ακριβώς δίπλα. Ένα σπουργιτάκι πίνει νερό από μια μικροσκοπική λιμνούλα που σχηματίστηκε στο δρόμο. Κοιτάω το ρολόι: «Πάλι θα αργήσω στη δουλειά! Μυρίζομαι απόλυση!» Μπαίνω μέσα και κλείνω πίσω μου την μπαλκονόπορτα. Αδειάζω και το νερό από τις κατσαρόλες: «Το πυρέξ δεν χρειάστηκε τελικά». Σκουπίζω και κάτι νερά που έχασαν τον στόχο τους και έπεσαν στο πάτωμα: «Αυτό ήτανε!»  Τελικά δεν ήταν και τόσο φοβερό. Μια μπόρα ήτανε και πέρασε. Γιατί τρέχουμε να σωθούμε από αυτές;  Έχω την εντύπωση ότι είναι πιο όμορφα μετά τη βροχή, πιο καθαρά, πιο λαμπερά! Οι μπόρες είναι γκρίζες, μουντές, υγρές και, αρκετές φορές, τρομακτικές. Αλλά έρχονται για να ξεπλύνουν, να καθαρίσουν, να δροσίσουν, να δώσουν ζωή. Φτάνει κάθε φορά να είμαστε έτοιμοι να τις δεχτούμε. Μόνο έτσι θα απολαύσουμε τους καρπούς που θα μας δώσουν: «Αύριο θα φωνάξω τον μάστορα να φτιάξει τον φεγγίτη».